Δεν μπορείς να προσπεράσεις τη μελαγχολία του «Widows»


Είναι λίγες οι φορές που βγαίνω από το σινεμά και δεν ξέρω αν αυτό που μόλις παρακολούθησα το βρήκα μου άρεσε ή όχι. Ή μάλλον να το βρήκα και καλό αλλά και κακό, μα πρωτίστως συγκλονιστικά ενδιαφέρον. Αλήθεια, πόσες φορές έχεις δει μια ταινία, η οποία ακόμη και αν σου αρέσει να μην αισθανθείς έστω και μια φορά την ανάγκη να κοιτάξεις την ώρα; Όταν, λοιπόν, πέφτουν οι τίτλοι τέλους και συνειδητοποιείς πως δεν βγήκες ποτέ έξω από το ρυθμό και την ιστορία της ούτε μια φορά, τότε το σίγουρο είναι ότι αυτό που είδες είναι πολύ πιο σημαντικό από μια «καλή ταινία» που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο χάσμα του 3 και 3,5 αστεράκια και δε θα τη σκεφτείς ούτε μισό λεπτό ξανά στη ζωή σου.

Δεν είναι πολλές οι ταινίες που θα βγουν μέσα σε μια χρονιά και θα πληρούν όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις και το «Widows» του Steve McQueen είναι μια από αυτές. Και είναι μια τόσο παράξενη ταινία, από αυτές που αξίζει να δοκιμάσεις ένα διαχωρισμό σκηνοθεσίας και σεναρίου. Αυτό διότι το σενάριο της Gillian Flynn διαθέτει μεν προοπτικές, αλλά στα χέρια ενός διεκπεραιωτικού σκηνοθέτη ταινιών δράσης θα κατέληγε σε μια heist movie κατευθείαν από το 2006, με όσες γωνίες διαθέτει να λειαίνονταν στη μετάφραση. Οι χαρακτήρες είναι δηλαδή εδώ και αρκετά συναρπαστικοί από μόνοι τους, αλλά η κεντρική πλοκή είναι τόσο πολυπαιγμένη και καθόλου αυθεντική, ώστε να πρέπει οτιδήποτε γύρω από αυτή να είναι ακραία ελκυστικό για να σου κρατήσει την προσοχή.


Ο τρόπος που σκηνοθετεί εδώ ο McQueen είναι η καλύτερη απάντηση για όσους διατείνονταν πως το στιλ του είναι καλογυαλισμένο σαν σε διαφημιστικά σποτ, δίχως να μπορεί να αναδείξει το βαρύ περιεχόμενο της εκάστοτε ιστορίας που διηγείται. Στο «Widows» όχι μόνο ο McQueen διαχειρίζεται μια σειρά από πιο-επίκαιρα-δε-γίνεται κοινωνικά θέματα, αλλά είναι αυτός με τον τρόπο που κατευθύνει την ταινία που τα φέρνει στο προσκήνιο. Η σκηνοθεσία του δε φέρει μόνο βάρος, αλλά σε μεγάλο βαθμό αναδιπλώνει την ατζέντα και δημιουργεί το περιεχόμενο. Σημαντικά ζητήματα ανισότητας που σχετίζονται με το φύλο, τη φυλή και την τάξη θα έμεναν ημιτελή αν δεν τα σχολίαζε η ίδια η δύναμη της εικόνας ή αν το κάστινγκ δεν ήταν τόσο συγκλονιστικά καλό.

Μια παρένθεση για την Viola Davis, την οποία συνήθισα κυρίως ως μια ηθοποιό που εκτιμάω αλλά που δεν αγαπάω και παρά τη στροφή στην καριέρα της σε πιο ποπ επιλογές, δεν είχα βρει ακόμη εκείνη τη χαραμάδα που θα με κάνει να θέλω να μιλήσω με διθυράμβους για κάποια ερμηνεία της. Η παρουσία της στο «Widows» είναι ηλεκτρισμένη από την αρχή μέχρι το τέλος, αποτελώντας μια λογική κατάληξη της έως τώρα πορείας της που συνδυάζει το πρεστίζ με το αγνό entertainment, αλλά δίχως να είχε βρει ξανά αυτά τα δύο τόσο επιτυχημένα μαζί. Θαρρείς πως το είχε εδώ και καιρό μέσα της, αλλά δεν υπήρχε ως τώρα στο δρόμο της ένας άνθρωπος σαν τον McQueen για να αποκρυσταλλώσει την ωμή της κινηματογραφική δυναμική. Σπάνια βλέπεις μια τόσο αυθεντικά απειλητική παρουσία, και το γεγονός ότι αυτό γίνεται εις βάρος αντίστοιχων macho ανδρικών προτύπων είναι ακόμη πιο σημαντικό.


Πέρα από όλα αυτά όμως, το πραγματικά αξιοσημείωτο για εμένα και αυτό που με έκανε να μην μπορώ να πάρω τα μάτια μου από την οθόνη είναι ο τρόπος που καταφέρνει ο McQueen να απλώσει τη μελαγχολία σε κάθε τι που συμβαίνει σε κάθε κάδρο. Γιατί το «Widows» είναι το «Traffic» του 2018, με τη διαφορά ότι το ναρκωτικό που διακινείται σε αυτή την περίπτωση είναι η ίδια η λύπη. Υπάρχει ένας πρωτόγνωρα εθιστικός νιχιλισμός που εξαπλώνεται σαν χυμένο μελάνι, ωστόσο η ποιότητα της σκηνοθεσίας και το βάθος των χαρακτήρων δε σου επιτρέπουν να μη διασκεδάσεις την ίδια στιγμή με ό,τι συμβαίνει.

Μια πλειάδα από πολύπλευρους και διαφορετικούς χαρακτήρες εμπλέκονται σε μια ληστεία της σειράς και αυτό τελικά δεν είναι και τόσο κακό, γιατί χρειαζόμαστε περισσότερους αληθινούς χαρακτήρες παρά τραβηγμένα από τα μαλλιά σενάρια. Αυτός που βλέπει το σινεμά ως αλάτι στην πληγή των υπαρξιακών φόβων του κάθεται δίπλα σε αυτόν που αντιμετωπίζει το σινεμά ως απόδραση με σασπένς και ποπ κορν, και οι δύο στο τέλος θα έχουν ένα σημείο επαφής. Εμπορικό σινεμά που μεγαλώνει μέσα σου και που το έχει ανάγκη η επιβίωση του μέσου. 

Comments

Popular posts from this blog

Ωδή στο lo-fi καλοκαίρι του 2010

Οι 10 καλύτερες ταινίες του 2019

Ένα κείμενο για την Winona