Ωδή στο lo-fi καλοκαίρι του 2010
Κάπου διάβασα αυτές τις μέρες πως οι τρέχουσες εξελίξεις
αποτελούν την απότομη εισαγωγή μας στον 21ο αιώνα. Είναι αλήθεια πως
πριν από 30, 50 ή και 80 χρόνια, οι προβλέψεις για το πώς θα είναι ο κόσμος το
2020 έμοιαζαν εντελώς διαφορετικές από την πραγματικότητα μέχρι και αυτόν τον
Φεβρουάριο, μόνο για να έρθει ένας Μάρτιος που θα μείνει στην ιστορία και να
κάνει ρεαλιστικά τα σενάρια δυστοπίας που οραματίστηκαν τα βιβλία και οι
ταινίες του 20ού αιώνα.
Μέσα σε αυτό το πρωτόγνωρο μονοθεματικό σκηνικό,
συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου των Dum Dum Girls, “I Will Be”, και είναι από τις φορές
που δέκα χρόνια μοιάζουν ακριβώς τόσα. Το 2010 ήταν ακόμη ασαφές ποια θα είναι
η μουσική κατεύθυνση της νέας δεκαετίας. Τα 00s ήταν μια
μαξιμαλιστική από κάθε άποψη δεκαετία, μια εποχή άκρατης ευδαιμονίας, με τη
μουσική να δανείζεται αυτή την ταυτότητα – για πολύ καλό και για πολύ κακό. Ωστόσο,
δύο χρόνια μετά την κρίση του 2008, ο κόσμος είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει, αν
όχι ως προς τη δομή του, σίγουρα όσον αφορά τα θέλω του.
Βέβαια, όλα αυτά τα πράγματα αποκτούν σημασία μεταγενέστερα.
Ωραία όλα τα «ο δίσκος της χρονιάς» και «ό,τι καλύτερο έχει βγει ως τώρα φέτος»
όσο αποτελούν εξωτερίκευση του ενθουσιασμού μας, όμως είναι από δύσκολο έως
αδύνατο να ορίσεις προς τα πού θα κατευθυνθεί η μουσική βιομηχανία.
Το 2010 ήταν μια υπέροχη χρονιά για τα μουσικά δεδομένα. Οι Arcade Fire κυκλοφόρησαν
το “The Suburbs”,
οι The
National το “High Violet”,
οι Deerhunter το “Halcyon Digest”,
ο Caribou το “Swim”
και οι Beach House το “Teen Dream”.
Και φυσικά, ο Kanye West έβγαλε το αριστούργημά του, “My Beautiful Dark Twisted Fantasy”, έναν δίσκο που
δικαιωματικά φιγουράρει στην κορυφή των καλύτερων άλμπουμ της δεκαετίας που
πέρασε. Σπάνια συναντάς τόσο γεμάτες χρονιές κατά μήκος όλων των μουσικών ειδών.
Το 2010 βρίσκεται στο μεταίχμιο δύο δεκαετιών, αντλώντας τα καλύτερα στοιχεία
των 00s για να προχωρήσει μπροστά και να ανοίξει νέους ακόμη πιο
ενδιαφέροντες δρόμους.
Παρόλα αυτά, κοιτάζοντας πίσω στο καλοκαίρι του 2010, οι
πρώτες μουσικές που μου έρχονται στο μυαλό είναι οι lo-fi μελωδίες των Dum Dum Girls,
των Wavves και των Best Coast.
Αφήνοντας στην άκρη τα μεγαλεπήβολα concepts και τις φορτωμένες παραγωγές, μουσικοί
όπως η Dee Dee,
η Bethany Cosentino και ο Nathan Williams,
συνδύασαν τον ήχο των 60s με την αισθητική των 80s, δημιουργώντας κάτι τόσο απλό και άμεσο, έτοιμο να καταναλωθεί
τόσο στη μοναξιά του δωματίου σου όσο και σε απέραντες ηλιόλουστες αμμουδιές.
Οι Dum Dum Girls αποτέλεσαν ένα σημαντικό κομμάτι της indie μουσικής
και αισθητικής από το 2010 ως το 2014, πριν το hip hop πάρει
ολοκληρωτικά τα ηνία της δεκαετίας. Μάλιστα, είχαμε την τύχη να τις δούμε και
ζωντανά στην Αθήνα στην πιο παραγωγική φάση τους (στις 15 Δεκεμβρίου 2013), σε
ένα από τα live που θα θυμόμαστε από τα 2010s. Το “I Will Be” δεν είναι η καλύτερη
κυκλοφορία τους, είναι όμως η πιο ξεχωριστή τους στιγμή. Μπορεί οι σημαντικότερες
δουλειές τους να ήταν μπροστά, όμως αυτή είναι η πιο προσωπική δημιουργία της Dee Dee, εκφράζοντας μεταξύ άλλων
μια ανεπιτήδευτη συστολή η οποία αναμενόμενα χάθηκε στην πορεία.
Το “Rest of Our Lives”
είναι όσο ονειρική μπορεί να γίνει μια μπαλάντα, αλλά στη συνέχεια θα
κυκλοφορούσαν το “Coming Down”.
Το “I Will Be” ξεχειλίζει από δίψα για
ζωή, αλλά μετά θα ερχόταν το “He Gets Me High”.
Το “I Will Be” είναι η αποτύπωση των ονείρων
που κάνεις μόνος σου περνώντας ατελείωτες ώρες στο κρεβάτι σου, τα οποία σε
αυτή την περίπτωση ευτύχησαν πολύ σύντομα να γίνουν πράξη.
Οι Best Coast από την άλλη, είναι η ονειροπόληση του εξιδανικευμένου
καλιφορνέζικου καλοκαιριού προσωποποιημένη στην προσωπικότητα της Cosentino. Μια ματιά στο
εξώφυλλο του ντεμπούτου δίσκου τους, “Crazy for You”, αρκεί για να καταλάβεις ακριβώς τι να
περιμένεις. Στις επιρροές της αναφέρει την Joni Mitchell και την Joan Baez αλλά και τους Weezer και
τους Blink-182, και με
κάποιον υπέροχο τρόπο καταφέρνει να κάνει όλα αυτά διακριτά στη μουσική της, ενώ
αποκτά ξεχωριστή ταυτότητα παραδίδοντας hooks πάνω σε hooks πάνω σε hooks.
Τελικά, αποδείχθηκε
πως το όχημα των Best Coast δε διέθετε την προσαρμοστικότητα, τη συνθετική δεινότητα ή
την έμπνευση ώστε να παραμείνει επίκαιρο και μετά τον πρώτο του δίσκο. Έτσι δεν
είναι όμως όλα τα καλά πράγματα στη ζωή; Διαρκούν λίγο, και αν προσπαθήσεις να
τα επαναλάβεις το μόνο που θα καταφέρεις είναι να χάσεις τον ενθουσιασμό σου
και να απογοητευθείς. Ευτυχώς, σε αυτή την περίπτωση μπορείς πάντα να πατήσεις
το play και οι πρώτες νότες του “Boyfriend” θα σε μεταφέρουν αυτομάτως στο καλοκαιρινό happy place σου.
Το απόλυτο indie “it couple”
της εποχής όμως ήταν η Cosentino με τον Nathan Williams των Wavves,
οι οποίοι το 2010 κυκλοφόρησαν τον τρίτο και κατά γενική ομολογία καλύτερο
δίσκο τους, “King of the Beach”.
Όπως μαρτυρά και το εξώφυλλο του άλμπουμ, είναι σαν ο Williams και η Cosentino να
έπρεπε να δημιουργήσουν αντλώντας έμπνευση από το ίδιο ακριβώς σκηνικό, σαν
άσκηση ζωγραφικής. Εκεί, όμως, που οι Best Coast επιστρατεύουν ιδέες από girl groups, οι Wavves λοξοκοιτάζουν
προς το alternative rock των 90s,
επινοώντας μια γραμμή και ενώνοντας με αυτή τους Nirvana του “Nevermind” και τους Green Day του
“Dookie”. Αν σκάψεις κάτω
από τόνους άμμου θα ανακαλύψεις το σκοτάδι που αποτελεί κινητήριο μοχλό
δημιουργίας του δίσκου, αυτός είναι όμως και ο λόγος της ατέρμονης αναζήτησης μιας
παραλίας με αιώνιο καλοκαίρι.
Σε μια συνέντευξή του στο Pitchfork ο Williams είχε
δηλώσει πως όσο μεγαλώνει γίνεται πιο δύσκολο να ακολουθεί τον τρόπο ζωής ενός ροκ
σταρ και μάλλον θα έπρεπε να το πάει πιο χαλαρά, αλλά αυτό δεν έβλεπε να
συμβαίνει σύντομα. Πράγματι, οι Wavves συνέχισαν να κυκλοφορούν εξίσου θορυβώδεις δίσκους χωρίς να
επιδεικνύουν ιδιαίτερη διάθεση να καταλαγιάσουν τις κιθάρες τους, με την απλή
διαφορά ότι ο κόσμος άλλαξε γρήγορα και αυτοί έμειναν στάσιμοι. Το μόνο σίγουρο
είναι πως όσα χρόνια και αν περάσουν, κάθε φορά που ακούς το “King of the Beach” ο ηλεκτρισμός και ο
ενθουσιασμός για ζωή που σε διαπερνά παραμένει αναλλοίωτος.
Το καλοκαίρι του 2010 μπορεί σήμερα να μοιάζει μακρινό, μας άφησε
όμως μουσικές που διατηρούν την έντασή τους μέχρι και σήμερα και που σε κάνουν
να νιώθεις νέος. Εκτός όμως αυτού, είναι μουσικές που ήρθαν αμέσως μετά από μια
μεγάλη κρίση, καταδεικνύοντας με τον πιο απλό τρόπο ότι η όρεξη για ζωή πάντα
κερδίζει και πως η προσμονή για κάποιο καλοκαίρι θα είναι αυτό που μας κρατά
ζωντανούς.






Comments
Post a Comment