Στο «Climax» τα ναρκωτικά είναι το ίδιο το σινεμά


Όπως το έβλεπα πάντα εγώ, υπάρχουν δύο ειδών σινεφίλ (και αναφέρομαι σε αυτούς που πηγαίνουν τακτικά σινεμά και δε βλέπουν απλώς πέντε ταινίες το χρόνο): αυτοί που πηγαίνουν σινεμά ώστε να διυλίσει ήδη βιωμένες εμπειρίες υπό ένα διαφορετικό πρίσμα και αυτοί που αντιμετωπίζουν την κινηματογραφική αίθουσα ως την ευκαιρία να ρίξουν μια κλεφτή ματιά στη ζωή που συμβαίνει έξω από αυτήν. Το «Climax» του Gaspar Noe είναι λοιπόν μια ταινία που καταφέρνει να καλύψει στο έπακρο και τις δύο αυτές οπτικές γωνίες.

Το σινεμά του Noe πάντα το εκτιμούσα, αλλά το αντιμετώπιζα περισσότερο ως ένα βίωμα, ως κάτι που θα με κάνει να ζήσω μια εμπειρία πέρα από την καθημερινότητα. Η διαφορά είναι πως ο ίδιος ο Noe θεωρεί πάντα πως κάθε ταινία του συνιστά όχι μόνο μια άσκηση σοκ, αλλά και ένα βαθυστόχαστο σχόλιο γύρω από τη ζωή και το θάνατο. Βέβαια, η εικόνα που παράγει είναι τόσο δυνατή ώστε να μιλά από μόνη της. Όταν, λοιπόν, επιφορτίζεται με ένα επιπρόσθετο φορτίο, τότε αυτό που βγαίνει προς τα έξω είναι συνήθως αρκετά υποκριτικό και ξιπασμένο. Με το «Climax», είναι η πρώτη φορά που η εικόνα είναι ξεκάθαρα το μήνυμα και για τον ίδιο τον Noe, παρά τις όποιες απόπειρές του να τονίσει τα βαρύγδουπα κλισέ με τα οποία ξεκινά και κλείνει η ταινία.

Θεωρητικά, η ταινία θα μπορούσε να τοποθετείται χρονικά σε οποιαδήποτε από τις πρόσφατες δεκαετίες. Στην τελική μιλάμε απλά για μια παρέα χορευτών που πραγματοποιούν ένα πάρτι σε μια αποθήκη που βρίσκεται μέσα σε ένα χιονισμένο δάσος. Βρισκόμαστε όμως στα 90s και αυτό έχει τη δική του σημασία. Μπορεί να μην έζησα τα 90s ούτε ως έφηβος ούτε ως ενήλικας, αντιλαμβάνομαι όμως γιατί υπάρχει η φράση «party like it’s 1999».


Υπάρχει μια ωμή άγρια ομορφιά που περικλείει το nightlife των 90s και που σήμερα αντιμετωπίζεται με νοσταλγία ακόμη και από κόσμο που δεν έζησε εκείνα τα πάρτι από κοντά. Δεν είναι ότι ο κόσμος δεν περνά καλά σήμερα στα πάρτι, αλλά έχει να κάνει προφανώς με το ότι τα προβλήματα είναι περισσότερα και πρέπει να πιείς περισσότερο για να τα αφήσεις στην άκρη, αλλά και ότι με την τεχνολογία να είναι πανταχού παρούσα, μερικές φορές το ζητούμενο για ένα επιτυχημένο πάρτι είναι να χαθείς στο πλήθος.

Στο «Climax» υπάρχει μια κλιμάκωση η οποία ξεκινά από την αρχή της ταινίας, σαν μουσική που παίζει από πίσω και δεν καταλαβαίνεις πόσο δυνατή γίνεται μέχρι να είναι πραγματικά δυνατή, αφού η μετάβαση γίνεται σταδιακά. Κάπως έτσι, όταν κάποιος που δε μαθαίνουμε ποτέ ρίχνει LSD στη σαγκρία, ένα απλό πάρτι μετατρέπεται σε ένα bad trip που μοιάζει με arthouse horror με διαρκή techno μουσική υπόκρουση. Τεχνικά, το αποτέλεσμα είναι όσο άρτιο μπορεί να περίμενες από ένα τέτοιο event γυρισμένο από τον Noe. Αυτό που κάνει τη διαφορά όμως είναι η εμπειρία που σου δημιουργεί.

Δεν έκανα ποτέ ναρκωτικά, ίσως επειδή πάντα φοβόμουν αρκετά το θάνατο και ήθελα να εξαλείψω το ενδεχόμενο να πάθω ο,τιδήποτε από αυτή την αιτία. Βέβαια, συχνά νιώθω την ανάγκη να κυνηγήσω δυνατές εμπειρίες που διαφέρουν από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και που βιώνοντάς τες θα νιώθω περισσότερο από όσο θα σκέφτομαι. Το σινεμά είναι για εμένα ένας από τους χώρους που μπορούν να μου παρέχουν τέτοιες εμπειρίες, αν και όσο πιο παράξενος γίνομαι τόσο προσπαθώ να εξηγήσω και να αποδομήσω το κάθε τι με τη λογική και καταλήγω να μην το ευχαριστιέμαι. Το «Climax» είναι από αυτές τις περιπτώσεις που απλά απόλαυσα τα πάντα δίχως δεύτερη σκέψη.


Δεν έχει νόημα να μιλήσω για την φανταστική σκηνοθετική ματιά του Noe, η οποία αφήνει το υλικό του να ανασάνει και δεν παρεμβαίνει πάνω σε αυτό, ούτε για την άψογη χορογραφία που ανήκει στη σφαίρα των μιούζικαλ πρώτης κατηγορίας. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι πως το bad trip είναι τόσο ανάγλυφο, ώστε νιώθεις πως είσαι μέρος της κόλασης που κλιμακώνεται επί της οθόνης και ότι η αίθουσα αποτελεί επέκταση της αποθήκης του πάρτι.

Όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους, το μόνο που θέλεις είναι να αναζητήσεις αλκοόλ και ένα καλό πάρτι κάπου στην πόλη, όχι επειδή θες να ζήσεις «το ίδιο», αλλά για να δώσεις επιμήκυνση ζωής σε μια αξιοσημείωτη εμπειρία. Αν η ζωή είναι μια φευγαλέα ευχαρίστηση, τότε σίγουρα ορίζεται σε εμπειρίες σαν τη θέαση του «Climax». Σινεμά που ζει στο εδώ και στο τώρα. Η διάρκεια ζωής του είναι μόνο όσο παίζεται στην οθόνη, αλλά μερικές φορές το μόνο που χρειάζεσαι είναι να ζεις τη στιγμή που φεύγει.

Comments

Popular posts from this blog

Ωδή στο lo-fi καλοκαίρι του 2010

Οι 10 καλύτερες ταινίες του 2019

Ένα κείμενο για την Winona