Το «BoJack Horseman» συνεχίζει να είναι η ζωή χωρίς καλλωπιστικά φίλτρα
(spoilers φυσικά)
Φαίνεται παράξενο το πώς φτάσαμε κιόλας στην πέμπτη σεζόν του «BoJack Horseman». Όχι τόσο με την έννοια του πόσο γρήγορα περνά ο καιρός (αυτό είναι κάτι που σε απασχολεί αφού δεις τα επεισόδια), αλλά πιο πολύ παρακολουθώντας πόσο δημιουργική παραμένει η σειρά και πώς καταφέρνει διαρκώς να εξελίσσεται, την ίδια στιγμή που οι περισσότερες σειρές σήμερα δυσκολεύονται να παραμείνουν επίκαιρες ακόμη και κατά τη διάρκεια της δεύτερης σεζόν τους.
Την τέταρτη σεζόν τη θεωρώ την κορυφαία της σειράς από κάθε άποψη, αφού επένδυσε στη σχέση του BoJack με τη μητέρα του, με αποκορύφωμα το 11ο επεισόδιο το οποίο ήταν τόσο ολοκληρωτικά καθηλωτικό σε συναισθηματικό επίπεδο ακριβώς επειδή αποτέλεσε την «έκρηξη» της προεργασίας που λειτουργούσε βραδυφλεγώς ως τότε.
Με κάποιον τρόπο όμως, η κάθε σεζόν καταφέρνει να χτίζει πάνω στα επιτεύγματα της προηγούμενης και να μαθαίνει από τα αδύναμα σημεία και έτσι να εξελίσσεται. Έτσι, από ένα σημείο και έπειτα η σειρά γίνεται ολοένα και πιο «ενήλικη», όχι με την έννοια της αθυροστομίας και του σεξουαλικού περιεχομένου, αλλά σαν αυτό το meme που ο Bart Simpson πηγαίνει στο ενήλικο τμήμα ενός βίντεο κλαμπ και βρίσκει ταινίες του Παζολίνι και του Τριφό. Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι ο Raphael Bob-Waksberg, δημιουργός του «BoJack Horseman», αναφέρει ως επιρροή του τον Don Hertzfeldt των «A World of Tomorrow».
Η πέμπτη σεζόν, λοιπόν, αποτελεί την πιο μεστή όσον αφορά το κομμάτι των visual gags, στο βαθμό που να πατάς συνέχεια παύση και μπρος-πίσω ώστε να προλάβεις όλα όσα συμβαίνουν στην οθόνη. Αγαπημένη μου η μακάβρια σκηνή που στο φόντο ενός εστιατορίου ένα θηλυκό ανθρωπόμορφο γουρούνι δειπνεί μόνο του σε ένα εστιατόριο, όντας εμφανώς λυπημένο από τη θέα ενός διπλανού τραπεζιού, πάνω στο οποίο δεσπόζει μια μαγειρεμένη γουρουνοκεφαλή σε πιατέλα.
Ο θεματικός άξονας της σεζόν είναι παράξενος, αφού δε σου αποκαλύπτεται από την αρχή. Τα πρώτα πέντε επεισόδια μοιάζουν ως μια εξελιγμένη μορφή των δύο πρώτων σεζόν, αφού επικεντρώνονται εν μέρει στην «πλοκή της εβδομάδας» και παράλληλα με σχολιασμό των κακώς κειμένων της αμερικανικής βιομηχανίας του θεάματος του σήμερα. Όλα αυτά είναι πολύ ωραία, αλλά στο έκτο επεισόδιο είναι που η σειρά βρίσκει ένα κέντρο βάρους. Την ίδια στιγμή, μιλάμε για ένα πρωτόγνωρο πείραμα -όχι μόνο για το animation- και για το πιο δύσκολο στην παρακολούθηση ημίωρο της φετινής τηλεοπτικής χρονιάς.
Χωρίς να έχει υπάρξει καμία είδηση για το θάνατό της μητέρας του BoJack, μεταφερόμαστε στην κηδεία της, με τον γιο της να έχει αναλάβει να εκστομίσει τον επικήδειο λόγο. Ό,τι θα ακολουθήσει είναι μια από τις πιο ρεαλιστικές απεικονίσεις της υπαρξιακής κρίσης μπροστά στο θάνατο (και ενός αγαπημένου προσώπου αλλά και γενικότερα), με το επεισόδιο να μη φεύγει ποτέ από τον BoJack, σαν να υπάρχει μια κάμερα κολλημένη πάνω του. Ο μονόλογος είναι φανταστικός ακριβώς επειδή σε χτυπάει εκεί που πονάς, ανασύροντας δικές σου εμπειρίες, σκέψεις και βιώματα που υπάρχουν μέσα σου, για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως το μοναδικό πράγμα που θέλουμε είναι να νιώσουμε πως κάποιος στον κόσμο βλέπει και κατανοεί την ύπαρξή μας. Είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος του «Fish Out of Water» και είναι υπέροχη η παραδοξολογία ότι τα δύο κορυφαία και πιο ριζοσπαστικά επεισόδια της σειράς -τα οποία καταλήγουν και στο ίδιο συμπέρασμα- είναι ένα χωρίς καθόλου διάλογο και ένα με μόνο διάλογο.
Από εκεί και πέρα, ενώ η σεζόν εστιάζει σταδιακά στη σειρά-μέσα-στη-σειρά, με τα γυρίσματα της νέας σειράς του BoJack (το σκοτάδι είναι μεταφορά για το σκοτάδι!) γίνονται το κεντρικό γεγονός. Όσο ο BoJack μπαίνει μέσα στο ρόλο του αυτοκαταστροφικού ντετέκτιβ που υποδύεται και ο οποίος έχει τόσα κοινά με τη ζωή του, οι διαφορές ανάμεσα στον ίδιο και στο χαρακτήρα γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτες. Ο BoJack βιώνει υπόκωφα τη θλίψη για το χαμό της μητέρας του και έτσι θα εισέλθει σε μια ακόμη αυτοκαταστροφική δίνη, βρίσκοντας θαλπωρή στην παραισθησιογόνα παράλληλη πραγματικότητα που του προσφέρει ο εθισμός στα χάπια.
Το αποτέλεσμα είναι η σεζόν να ανακαλύψει το νόημά της όχι από έναν εσωτερικό παράγοντα, αλλά μέσω του σχολιασμού της επικαιρότητας και πιο συγκεκριμένα της #MeToo περιόδου. Στην αρχή της σεζόν υπάρχει ένα επεισόδιο που αφορά τον τρόπο που η κοινωνία αντιμετωπίζει τους άνδρες που χρησιμοποιούν τη θέση τους για να ασκήσουν σωματική και ψυχολογική κακοποίηση σε γυναίκες που βρίσκονται υπό την ανάγκη τους, και στη συνέχεια να συνεχίσουν τη ζωή τους σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.
Όσο εύστοχο και αν είναι αυτό ως σχόλιο, πολύ πιο αληθινό και ρεαλιστικό είναι το κλείσιμο της σεζόν, όταν και ο BoJack όντας υπό την επήρεια των χαπιών και έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα παραλίγο στραγγαλίζει την συμπρωταγωνίστριά του σε ένα γύρισμα της σειράς. Εν τέλει, η ίδια είναι που αποφασίζει να καλύψει το θέμα, αφού γνωρίζει πως το σύστημα είναι που θα στηλιτεύσει την ίδια μια ζωή και δε θα καταφέρει ποτέ να αποβάλλει την ταμπέλα. Και είναι αυτή η διαφορά ανάμεσα στον απλό σχολιασμό και στην ωμή παρουσίαση της πραγματικότητας ως έχει. Η δεύτερη περίπτωση είναι πάντοτε πιο λειτουργική.
Κάτι που βρίσκω υπέροχο στο «BoJack Horseman» είναι ότι σε κάθε σεζόν, στο τέλος βρίσκει τρόπο να δημιουργήσει μια αίσθηση αισιοδοξίας, έστω και αν αυτό γίνεται με γλυκόπικρο τρόπο. Και είναι αυτή η διαφορά του από ένα αντίστοιχο φαινόμενο τηλεοπτικού ενήλικου animation της εποχής μας, το «Rick and Morty». Εκεί λοιπόν που το «Rick and Morty» από ένα σημείο και έπειτα δηλώνει πως «μπορεί να μην νιώθω καλά, αλλά αν γίνω καλά δεν θα έχω κανένα ενδιαφέρον οπότε προτάσσω τον νιχιλισμό ως δείγμα ανώτερης ευφυΐας», το «BoJack Horseman» στον πυρήνα του τονίζει ότι «δεν νιώθω καλά, όμως θέλω να γίνω καλά και όσο περισσότερο το προσπαθώ τόσο πιο πολύ αποτυγχάνω αλλά θα συνεχίσω να προσπαθώ».
Το «BoJack Horseman» -μιας και κυκλοφορεί συνήθως στα μέσα του Σεπτέμβρη- είναι σαν ένα ελαφρύ σεντόνι τα πρώτα βράδια του φθινοπώρου. Μπορεί να σου φέρνει στην επιφάνεια κάποιες σκέψεις που ξέρεις πως υπάρχουν αλλά προσπαθείς να τις αγνοήσεις, όμως -χωρίς να ηρωοποιεί πουθενά τον πρωταγωνιστή του- σε κάνει να νιώθεις πως υπάρχει κάποιος που σε βλέπει και καταλαβαίνει την ύπαρξή σου. Και αυτό είναι το πιο αληθινά σημαντικό.



Comments
Post a Comment