Το «If Beale Street Could Talk» είναι mood



Αυτή την εβδομάδα το Ringer δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο/ρεπορτάζ για το πέρασμα του Ρικ Πιτίνο από την Ελλάδα, το οποίο βρήκα απολαυστικό με έναν πρωτοφανή τρόπο. Εκτός δηλαδή από το πόσο καλογραμμένο είναι, καταφέρνει να είναι συναρπαστικό με το πώς σε κάνει να βλέπεις κάποιες καταστάσεις που ξέρεις πως είναι προβληματικές, αλλά τώρα να τις αντιλαμβάνεσαι από την προοπτική ενός ανθρώπου που εκφράζει μια μερίδα του κόσμου με την οποία νιώθεις πως έχεις περισσότερα κοινά. Ακόμη και αν διάβαζα δηλαδή ένα κείμενο της εγχώριας αθλητικής αρθρογραφίας (εδώ γελάμε) που θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, η δυναμική του δε θα ήταν η ίδια όπως αυτή ενός ανθρώπου που βλέπει το δικό σου επίκεντρο σαν μια απομακρυσμένη εξορία. Η ματιά του έχει μια παρθένα αντίληψη, και μέσω αυτής βλέπεις κι εσύ για μια στιγμή το δικό σου κόσμο όπως είναι, μακριά από το διαστρεβλωτικό πρίσμα του προσωπικού βιώματος.

Όσο pretentious και αν φαίνεται, αυτός είναι και ο πιο απλός και εύκολος τρόπος που μπορούσα να σκεφτώ ώστε να αναλύσω όσα με έκανε να νιώσω το «If Beale Street Could Talk». Καταρχάς, παρακολουθώντας το λογαριασμό του Barry Jenkins στο Twitter, δεν μπορείς παρά να νιώσεις μια βεβαιότητα για το ότι δε γίνεται αυτός ο τύπος να μην παράγει οτιδήποτε που να μη διακατέχεται από ζεστασιά. Πολύ εύκολα θα μπορούσε να διατηρήσει ένα σχετικά απόμακρο και «αυστηρό» προφίλ, αλλά με κάθε ανάρτησή του σου δίνει την εντύπωση πως είναι ο άνθρωπός σου, ο οποίος και θα δικαιώσει τόσο το γούστο σου όσο και το κύμα και τις ανάγκες της εποχής του. Μια μεγάλη και διαρκής αλήθεια: σκηνοθέτη που ξέρει να χειρίζεται τα social media μην τον φοβάσαι για το πώς θα διαχειριστεί και τις ταινίες του.


Το παραδέχομαι πως δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του James Baldwin πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία, αλλά αυτό δε με εμπόδισε ούτε στο ελάχιστο να εισβάλλω στο σύμπαν της και να αισθανθώ τα πάντα στον απόλυτο βαθμό. Είναι έτσι κι αλλιώς γνωστό πως ο Jenkins είναι μεγάλος λάτρης της ασιατικής μελαγχολίας που εκπροσωπεί η σχολή του Wong Kar-wai, αλλά αν αυτό ήταν εμφανές μόνο σε ψήγματα στο «Moonlight», εδώ πρόκειται για ένα mood τόσο ισχυρό που διατρέχει όλη την ταινία, ώστε στο τέλος να μην μπορείς να το διαχωρίσεις από αυτή και να γίνονται ένα και το αυτό. Ο τρόπος που ο Jenkins προσεγγίζει την πρώτη ύλη του με έκανε να νιώσω όπως την πρώτη φορά που βυθίστηκα μέσα σε αυτό το κινηματογραφικό σύμπαν, παρακολουθώντας το «In the Mood for Love» και το «Chungking Express», και στη συνέχεια εμβαθύνοντας και στους άλλους δημιουργούς που μεγαλούργησαν στην Άπω Ανατολή των 90s.

Για να το θέσω ακόμη πιο απλά, παρακολουθώντας το «If Beale Street Could Talk» ήταν σαν να γυρνάω πίσω στην πρώτη στιγμή που αγάπησα αυτό το mood στην εφηβεία μου και το οποίο όρισε τα γούστα μου και την αισθητική μου, να το αντικρίζω με φρέσκια ματιά και να το λατρεύω με τόσο πάθος και δέος ώστε να σιγουρεύομαι πως αυτή η αγάπη δεν ήταν τυχαία αλλά ένα μέρος της προσωπικότητάς μου που βρήκε μέρος να εκφραστεί. Δεν είναι μόνο ότι κάθε τεχνικό χαρακτηριστικό αυτής της ταινίας είναι καθόλα άρτιο, αλλά είναι και από τις ελάχιστες φορές που αυτό το ατμοσφαιρικό σινεμά είναι τόσο «εδώ και τώρα» και σε θεματολογική βάση. Αν θεωρείς πως το μοντέρνο πολιτικό σινεμά είναι πολύ κλινικό για να σε κάνει να νιώσεις, εδώ θα βγεις από το σινεμά συντετριμμένος από την αίσθηση αδικίας. Αν πιστεύεις πως τα αφαιρετικά ερωτικά δράματα αιθεροβατούν παραπάνω από ό,τι πρέπει, τότε εδώ η πραγματικότητα θα σου μαυρίσει τόσο την ψυχή που θα ζητάς διαρκώς μια απογείωση.


Για εμένα το τέλος της ταινίας σε επίπεδο συναισθηματικής κορύφωσης έρχεται με το τέλος του ταξιδιού της μητέρας της Tish στο Πουέρτο Ρίκο, εκεί όπου η έκφραση της Regina King όταν έχει καταλάβει πως τίποτα άλλο δεν μπορεί να γίνει πια, σε γεμίζει με ένα αδιέξοδο τόσο βαθύ, τόσο απελπιστικό, ώστε βλέπεις μπροστά ολόκληρη τη ζωή αυτών των ανθρώπων κατακερματισμένη. Αφού συνήλθα από αυτό το σοκ, σκέφτηκα πόσο θα ήθελα ένα σινεμά που να παίζει κάθε μέρα μόνο mood κινηματογράφο και τίποτε άλλο. Να πηγαίνεις όποτε το έχεις ανάγκη, να φεύγεις εξουθενωμένος, αλλά ταυτόχρονα πλήρης συναισθημάτων και γεμάτος. Μέχρι τότε, δέχομαι την ύπαρξη δημιουργών όπως ο Barry Jenkins ως ευλογία.

Comments

Popular posts from this blog

Ωδή στο lo-fi καλοκαίρι του 2010

Οι 10 καλύτερες ταινίες του 2019

Ένα κείμενο για την Winona