Το «Burning» είναι σινεμά χωρίς σύνορα
Είναι αδύνατο το 2019 να παρακολουθήσεις μια ταινία στο
σπίτι σου και να θυμάσαι τι είδες την επόμενη μέρα. Άλλωστε, όλη η ύπαρξη του Netflix στηρίζεται
στην παραγωγή περιεχομένου το οποίο θα καταναλωθεί ενώ κάνεις διαρκές catchup και
chat στα
social
media. Αν δεν
αντιμετωπίζεις το σινεμά ως μια παράλληλη δράση στη ζωή σου, αλλά σαν μια
δεξαμενή εμπειριών, τότε ο μόνος τρόπος να δεις μια ταινία με έναν τρόπο που θα
σου αφήσει μια εμπειρία την οποία θα βιώσεις αλλά και θα τη θυμάσαι, είναι να
την παρακολουθήσεις σε κάποια αίθουσα. Εγώ πρώτος και στο παρελθόν αλλά και
πρόσφατα έχει τύχει να μην προλάβω ταινίες που ήθελα σε κάποιο σινεμά -συνήθως
από καθαρή βαρεμάρα- και όταν τις βλέπω μόνος μου στο λάπτοπ, ακόμη και αν μου
αρέσουν, θα τις εκτιμήσω αλλά δε θα τις αγαπήσω. Κάτι θα έχει χαθεί.
Βλέπω γύρω μου αρκετό κόσμο που βρίσκεται σε μια ρουτίνα
γκρίνιας εξαιτίας της ζωής στο γραφείο και όταν γυρίζει σπίτι του από τη
δουλειά θα βάλει να παίζει κάποια σειρά ή ταινία, με έναν τρόπο τόσο
διεκπεραιωτικό, σαν να θέλει απλώς να περάσει η ώρα μέχρι να κοιμηθεί για να
πάει ξανά στη δουλειά. Την ίδια στιγμή, θα μπορούσε να πάει ένα σινεμά. Πέρα δηλαδή
από το ότι σε κάνει hyped
επί τόπου, μπορεί να του δώσει έμπνευση και να τον γεμίσει με νέες ιδέες για
ολόκληρο το εργασιακό πενθήμερο. Στην τελική, το σινεμά είναι η μόνη εύκολη
έξοδος που μπορείς να πραγματοποιήσεις όντας μόνος σου.
Όταν βλέπεις μια ταινία που σου αρέσει στο σινεμά, μετά από
χρόνια μπορεί να θυμάσαι ακόμη και τη θέση που καθόσουν. Όταν την παρακολουθείς
από το σπίτι σου, το πιθανότερο είναι σε ένα χρόνο να έχεις ξεχάσει την ίδια
την ταινία. Αυτές είναι μερικές από τις σκέψεις που έκανα μετά το τέλος του «Burning» του Νοτιοκορεάτη Lee Chang-dong, μια ταινία για την οποία είχα
κλείσει εισιτήριο όταν παιζόταν στις Νύχτες Πρεμιέρας, χωρίς τελικά να πάω, και
αν αργούσα λίγο ακόμη θα έχανα και τον κύκλο διανομής της.
Δε δηλώνω λάτρης του Murakami. Παρότι κάποιες ιδέες του μου αρέσουν, νιώθω πως ο λόγος
του δεν απευθύνεται σε εμένα -τουλάχιστον όχι σε αυτή τη φάση. Και κάπου εδώ
στην εξίσωση μπαίνει ο Lee Chang-dong για
να μου αλλάξει άποψη. Ομολογώ πως δεν έχω διαβάσει την ιστορία στην οποία
βασίζεται το «Burning»,
αλλά βλέποντας την ταινία θαρρώ πως δε θα έχω την ανάγκη να το κάνω ποτέ. Στις
δυόμιση ώρες που διαρκεί, καταφέρνει να λειτουργήσει τόσο ως ένα πεδίο για να
αφεθείς και να σταματήσεις να σκέφτεσαι με κοινή λογική, αλλά και για να
επιστρατεύσεις και να οξύνεις την κρίση σου. Είναι από αυτές τις τρεις-τέσσερις
ταινίες που βγαίνουν κάθε χρόνο και σου αφήσουν «κάτι». Ωστόσο, η σκηνή στην
ταινία που με έκανε να αισθανθώ υπέροχα για το ότι βρισκόμουν εκεί τη δεδομένη
στιγμή, αλλά και πως παράλληλα δεν ήμουν εκεί, ήταν αυτή που σε προκαλεί να
αφήσεις οτιδήποτε άλλο στην άκρη και απλά να νιώσεις με όλη σου την ψυχή.
Αναφέρομαι στη σκηνή του ηλιοβασιλέματος, όταν ο Jongsu υποδέχεται
την Haemi, για την
οποία έχει αρχίσει να αισθάνεται κάποια συναισθήματα, μαζί με τον Ben, έναν λίγο μεγαλύτερο
άνδρα που γνώρισε αυτή όσο βρισκόταν για ένα ταξίδι στην Αφρική και που αυτή τη
στιγμή είναι μαζί. Το χωριό του Jongsu βρίσκεται στα σύνορα με την Βόρεια Κορέα, ώστε να ακούγονται
στο βάθος από τα μεγάφωνα τα στρατιωτικού τύπου διαγγέλματα προς τον κόσμο. Το
«Burning» είναι μια
ταινία που πραγματεύεται πολλά θέματα και σε αφήνει να νομίσεις ό,τι θέλεις εσύ
για αυτό. Είναι μια ταινία για τον ανδρικό εγωισμό και τον τρόπο που αντιδρά
όταν πληγώνεται, αλλά είναι και μια σπουδή πάνω στη μετέωρη νέα γενιά της
Νότιας Κορέας και την αίσθηση απόλυτης αβεβαιότητας που βιώνει. Είναι ένα
μοντέρνο φιλμ, τρομακτικά επίκαιρο και σε κοινωνικό αλλά και σε πολιτικό
επίπεδο, τόσο για την Ανατολή όσο και για τη Δύση.
Καθώς ο ήλιος έχει αρχίσει να δύει, οι τρεις τους βρίσκονται
στη βεράντα του σπιτιού και καπνίζουν χόρτο. Τότε, με το φως να έχει αποκτήσει
μια μαγική μωβ και πορτοκαλί υφή, η Haemi σηκώνεται, βγάζει την μπλούζα της
και ξεκινά έναν απελευθερωτικό χορό, ενώ από πίσω ακούγεται το «Générique» του Miles Davis. Η λεπτομέρεια του
κάδρου που κάνει τη διαφορά είναι πως στο φόντο ανεμίζει μια σημαία της Νότιας
Κορέας. Υπάρχει κάτι το ονειρικό σε αυτή τη σεκάνς που σε κάνει να βουρκώσεις
από δέος πριν καν καταλάβεις το πώς και το γιατί. Μου είναι δύσκολο να ανασύρω
αρκετές σκηνές στον κινηματογράφο που να λένε τόσα πολλά με τόσα λίγα, αλλά και
να πραγματοποιούν έναν αφοπλιστικό συμβολισμό της απόλυτης ελευθερίας όσο εδώ.
Ο Lee Chang-dong αντιμετωπίζει
τους χαρακτήρες και τους ηθοποιούς του σαν μια τζαζ σύνθεση. Ενώ τα πάντα είναι
τεχνικά άρτια, υπάρχει μια ζωντάνια, μια φυσικότητα στον τρόπο που η κάμερα
ακολουθεί τους ήρωες, αφήνοντάς τους το χώρο να ανασάνουν και να αξιοποιήσουν
ολόκληρο το σώμα τους, μια πολύ ενδιαφέρουσα αντίθεση συγκριτικά με την «πολλή
παραγωγή» που είναι ιδιαίτερα προσφιλής σε όσους ψηφίζουν στα Όσκαρ. Όμως, το
να δημιουργήσεις κάτι που σε κάποιο μάτι συνηθισμένο στο ασφυκτικό μοντάζ του mainstream Δυτικού
σινεμά φαντάζει απλοϊκό και ίσως βαρετό, είναι μερικές φορές και το πιο
απαιτητικό.
Καθώς στη συνέχεια της σεκάνς το σκοτάδι έχει σχεδόν πέσει,
ο Ben αποκαλύπτει
στον Jongsu πως κάθε δύο μήνες του αρέσει να καίει και από ένα
θερμοκήπιο, προτάσσοντας έτσι την κοσμοθεωρία του πως δεν υπάρχει σωστό ή
λάθος, ηθικό ή ανήθικο. Εκείνη τη στιγμή, αυτοί οι τρεις είναι μια McCarthy-ική κάστα ατόμων αποκομμένη
από τον παλιό κόσμο, αντιμέτωποι με μια καινούρια τάξη πραγμάτων δίχως σύνορα. Και
όσο σημαντική και αν είναι η ευρύτερη εικόνα, τέτοιες μικρές λεπτομέρειες είναι
που σε κάνουν να αγαπήσεις ένα έργο. Ο Jongsu θέλει να γράψει για τον κόσμο γύρω
του, αλλά του είναι δύσκολο να τον εξηγήσει. Μερικές φορές το μόνο που
χρειάζεται είναι να νιώσεις αυτό που βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια, χωρίς
τίποτα περισσότερο.



Comments
Post a Comment