POP / Black Lips - Bad Kids / 2009



Θυμάμαι μια συνέντευξη του David Bowie από τα 90s στην οποία είχε πει ότι από τη στιγμή που έκλεισε τα 20, έκτοτε ένιωθε σαν να μη μεγάλωσε ούτε μια μέρα και ξαφνικά να ξύπνησε 50. Στο μεσοδιάστημα, όμως, αντιμετώπιζε ό,τι καινούριο παρουσιαζόταν με τη φρεσκάδα και τον ενθουσιασμό ενός 20χρονου, ο οποίος είναι λευκό χαρτί έτοιμο να γεμίσει από τα νέα ερεθίσματα. Αυτά τα λόγια μου χαράχθηκαν επιτόπου, ίσως επειδή ανέκαθεν είχα μια αγωνία να παραμένω επίκαιρος στην κάθε εποχή που ζω, όχι ως παρατηρητής μα με την ικανότητα να αναγνωρίζω και να εκτιμώ πραγματικά ό,τι νέο συμβαίνει γύρω μου. Με τα χρόνια, παρατηρώ πως αυτή είναι μια εγγενής υπαρξιακή αγωνία της γενιάς μου, με προεκτάσεις την παρατεταμένη εφηβεία και την ανάγκη για διαρκή επιβεβαίωση της νεότητάς της - μέσω συνεχών αντιφατικών αναρτήσεων στα social media που δηλώνουν πόσο γερασμένοι είναι, ελπίζοντας πως η στιγμή που θα το εννοούν θα αργήσει να έρθει.

Για όλους εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε
Bowie, έχουμε μονάχα μια ευκαιρία να συγχρονιστούμε με το κλίμα της εποχής όντας νέοι και αυθόρμητοι, συμβαδίζοντας χωρίς να το συνειδητοποιούμε παρά μόνο όταν αυτή η φάση έχει περάσει. Για την indie γενιά της Αθήνας που ανδρώθηκε μουσικά στα 00s, το POP ήταν πολλά παραπάνω από ένα μπαρ· αποτέλεσε ένα σύμβολο μιας υποκουλτούρας. 

Όταν βιώνεις κάτι, δε συνειδητοποιείς ακριβώς τη σημασία του. Για αυτό και όλα όσα αγαπάμε και εγείρουν έντονα συναισθήματα αποκτούν αξία λόγω της παροδικότητας. Έστω ότι βρίσκεσαι σε ένα γραφικό ξενοδοχείο κυκλαδίτικου νησιού, ξαπλωμένος στο κρεβάτι απολαμβάνοντας τη θέα της θάλασσας από το ανοιχτό παράθυρο, δίπλα στο άτομο που αγαπάς εκείνη τη δεδομένη στιγμή. Η όξυνση των συναισθημάτων που μπορεί να αισθανθείς και η ενδεχόμενη ροπή προς το λυρισμό, δεν είναι άλλο παρά η επίγνωση ότι ακόμη και αν το θελήσεις ή αν έχεις και την οικονομική δυνατότητα, υπάρχουν κάποιοι βιολογικοί αστάθμητοι παράγοντες που δε θα επιτρέψουν την επανάληψη αυτής της συγκυρίας. Ο χρόνος θα επέμβει για να μειώσει και να καταστρέψει τη δυναμική ανάμεσα σε αυτά τα δύο σώματα που βίωσαν αυτή τη στιγμιαία εικονική αίσθηση αιωνιότητας, αλλά παράλληλα θα δώσει μόνο μεγαλύτερη ένταση στη θύμηση αυτής της στιγμής, οδηγώντας σε απόπειρες αναβίωσης εκείνου του μοναδικού συναισθήματος απεραντοσύνης.

Έτσι, το
POP έκλεισε ακριβώς όταν όλοι εμείς που γεννηθήκαμε στα τέλη των 80s και τις αρχές των 90s αρχίσαμε να διαβαίνουμε την πύλη της οριστικής και αμετάκλητης ενηλικίωσης που σηματοδοτεί το πέρασμα από τη σχολή στην αναζήτηση εργασίας. Όπως άρχισα να ζηλεύω μεταγενέστερα αυτούς που έζησαν σε άλλο σπίτι ή πόλη τα σχολικά χρόνια, τα φοιτητικά χρόνια, και την αρχή της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας, έχω μάθει να εκτιμώ τα πράγματα που κλείνουν τον κύκλο τους όταν πρέπει. Φαντάσου να ήταν ακόμη ανοιχτό το POP και να είχε συνδεθεί και με άλλες αναμνήσεις εκτός από την καύλα και την ανεμελιά των φοιτητικών χρόνων, σαν -για παράδειγμα- μια εντελώς ουδέτερη έξοδο για ένα (1) ποτό μετά από μια Τετάρτη στη δουλειά. Είναι σπουδαίο πράγμα να έχεις διακριτές χωροταξικές αναμνήσεις από κάθε ξεχωριστό στάδιο της ζωής σου.

Το
POP είναι η υπόσχεση που είχαμε δώσει στον εαυτό μας χοροπηδώντας στο "Bad Kids" στις 2 το πρωί, ότι δε θα γίνουμε ποτέ κομφορμιστές και βαρετοί και ότι δε θα χάσουμε την επαφή μας με το εκάστοτε παρόν. Τα social media δεν ήταν ακόμη πεδίο φιλοσοφικών στοχασμών για την έννοια της δημοκρατίας και βάση για την εξέλιξη του μάρκετινγκ, και όλοι όσοι βρίσκονταν σε αυτά ήταν ακόμη νέοι και φρέσκοι - τόσο στην ηλικία όσο και στα μυαλά. Τότε, το να βρίσκεσαι στο Twitter σήμαινε από μόνο του το να ανήκεις σε μια κοινότητα και δε χρειαζόταν να δημιουργήσεις μια καλά περιφραγμένη υποομάδα μέσα σε αυτό ώστε να επικοινωνείς με τα άτομα που θέλεις εσύ. 

Η έννοια της καταστροφής δεν ήταν ποτέ πραγματικά αρνητική, αφού όταν είσαι τόσο νέος επιδιώκεις μονάχα την πλευρά της που περιλαμβάνει την κορυφή του παγόβουνου, χωρίς να γνωρίζεις ακόμη τι κρύβεται κάτω από τη στάθμη της. Μπορεί ο χρόνος να περνά πολύ πιο γρήγορα από ό,τι νομίζεις, όντας όμως νέος δε συνειδητοποιείς τα σημάδια του, και έτσι είναι κάτι πέρα από εσένα, χωρίς να σε αφορά ή να σε προβληματίζει. Ο χώρος του
POP ήταν ασφυκτικά μικρός -όσο χρειαζόταν για να σε κάνει να νιώσεις πως είσαι μέρος του, ή - τέλος πάντων - μέρος σε κάτι που θα σε διαχωρίζει από τον υπόλοιπο "έξω κόσμο"· σε κάτι που θα προστατέψει τα νεανικά μας σώματα από τη φθορά. 

Η νοσταλγία είναι πάντα κακός σύμβουλος, και όταν βρει χαραμάδα να τρυπώσει στη RAM του μυαλού σου, η απεγκατάστασή της μόνο εύκολη υπόθεση δεν είναι. Ωστόσο, δε γίνεται να μην αισθανθείς μια λαχτάρα για εκείνη την εποχή της Αθήνας, όταν η μουσική που άκουγες έβρισκε σωρηδόν το δρόμο προς το Best New Music του Pitchfork, όταν το Αττικόν και το Απόλλων έδιναν πνοή στις Νύχτες Πρεμιέρας, όταν ήταν κουλ να ενθουσιάζεσαι με πράγματα και όχι να στέκεσαι επικριτικά απέναντί τους.

"Bad kids, all my friends are bad kids". Αυτή η φράση αποτέλεσε τη μεγαλύτερη επωδό της ύστερης indie κοινότητας της Αθήνας, όταν ο όρος "hipster" περιείχε και ένα συγκεκριμένο αφήγημα που δεν αναφερόταν μονάχα στις στιλιστικές επιλογές. Δεν ξέρω αν τελικά υπήρξαμε Μπαντ Κιντς εμείς ή οι φίλοι μας ή κάποιοι γνωστοί μας. Όταν βρίσκεσαι γύρω από τα 20, μπορείς να πιστέψεις ότι οι σκέψεις σου ή οι ιδέες σου γίνονται πράξεις με αντίκτυπο στον κόσμο ή στον περίγυρό σου. Εν τέλει, δεν έχει καμία σημασία τι συμβαίνει. Αυτό που μετράει είναι πως ό,τι νιώσαμε ήταν αληθινό, ό,τι συζητήσαμε μάς πήγε ένα βήμα παρακάτω και ό,τι χορέψαμε μάς έμαθε πως δεν υπάρχει τίποτα πιο σπουδαίο από το «τώρα». Ακόμη και να μην υπήρξαμε ποτέ, οι Μπαντ Κιντς εκδοχές των εαυτών μας, θα βρίσκονται για πάντα σαν ένα άλλο San Junipero μέσα στα ντουβάρια της Κλειτίου 10Β.

Comments

Popular posts from this blog

Ωδή στο lo-fi καλοκαίρι του 2010

Οι 10 καλύτερες ταινίες του 2019

Ένα κείμενο για την Winona